« Όσο υπάρχει έστω κι ένα χέρι που σηκώνει το ποτήρι και φωνάζει «Γεια σου ρε Λιάκο Νιώρα!», το Κλαρίνο σου δεν θα σωπάσει ποτέ»
Ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της παραδοσιακής μας Μουσικής, ο δεξιοτέχνης του κλαρίνου Ηλίας Νιώρας, Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, «έφυγε» το βράδυ της Παρασκευής 20 Φεβρουαρίου 2026, σε ηλικία 79 ετών για το μεγάλο «ταξίδι» της αιωνιότητας.
Η εξόδιος ακολουθία του Ηλία Νιώρα, τελέστηκε τη Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026, στις 12:00' το μεσημέρι, στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου Σιδ. Σταθμού, Λιανοκλαδίου, Λαμίας.
Πλήθος συγγενών, γνωστών και φίλων έδωσαν το παρόν στην νεκρώσιμη ακολουθία.
Φίλοι του και συνάδελφοί του τον αποχαιρέτισαν στη σελίδα του, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι η Δημοτική μας Παράδοση, από τώρα είναι πιο φτωχή.
Ο ήχος του έχει αποτυπωθεί σε δίσκους και cd, ενώ χιλιάδες είναι οι αναπαραγωγές με τα τραγούδια του στο διαδίκτυο.
Συγκινητικός και διαχρονικός ο «Επικήδειος» της Οικογένειας του Ηλία Νιώρα, που εκφώνησε, ο ανηψιός του Γεώργιος Στεφάνου, αμέσως μετά την εξόδιο ακολουθία στον Ναό, που έχει ως ακολούθως:
«Σήμερα σιγούν τα δάχτυλα που χόρευαν πάνω στις τρύπες του κλαρίνου σαν να 'τανε φτερά περιστεριού. Σήμερα σωπαίνει ο ήχος που ξυπνούσε τα βουνά της Ρούμελης, που έκανε τα πόδια να ξεχνούν τη γη και τις ψυχές να υψώνονται.
Ηλία, γεννήθηκες το ’47, σε καιρούς που το κλαρίνο δεν ήταν όργανο – ήταν ανάσα, ήταν παράπονο, ήταν χαρά, ήταν δάκρυ μαζί.
Το ’παιξες με εκείνο το βαρύ, βαθύ, ριζωμένο τόνο της παλιάς σχολής, τόνο που δεν μαθαίνεται από νότες, μα από τα χώματα που πατήσανε οι παππούδες, από τα τραγούδια που ψέλλιζαν οι μανάδες στις ραχούλες, από τα ξενύχτια στα πανηγύρια που κρατούσανε μέχρι να βγει ο ήλιος.
Πέρασες χιλιάδες γάμους – από τα μικρά χωριά της Φθιώτιδας και της Ρούμελης μέχρι τα μεγάλα κέντρα – όπου το κλαρίνο σου έδινε την είσοδο στη νύφη, έπαιζε το «πρώτο χορό» και κρατούσε το γλέντι μέχρι το πρωί, με ζευγάρια να χορεύουν Λιβανατέϊκα, Αγιοθοδωρίτικα και ράστα που έμεναν αξέχαστα.
Βαφτίσεις αμέτρητες, όπου το παιδί έμπαινε στην εκκλησία με τον ήχο σου να προπορεύεται σαν ευλογία, και μετά στο τραπέζι το κλαρίνο σου έφερνε δάκρυα χαράς στους γονείς και στους νοννούς.
Συναυλίες σε σκηνές μεγάλες και μικρές, τηλεοπτικές εκπομπές όπου ο ήχος σου έφτανε σε σπίτια σε όλη την Ελλάδα, φέρνοντας τη μυρωδιά του χωριού στην πόλη.
Και τα ταξίδια σου στην Αμερική και τον Καναδά – εκεί που οι ξενιτεμένοι Έλληνες περίμεναν με λαχτάρα τον «δικό μας κλαρινίστα» – για να παίξεις σε κοινότητες, σε γλέντια ομογενών, σε εορτασμούς που ένωναν ξανά οικογένειες χωρισμένες από ωκεανούς. Το κλαρίνο σου εκεί έγινε γέφυρα, νοσταλγία και παρηγοριά μαζί.
Δίδαξες πολλούς μαθητές – νέα παιδιά που στάθηκαν δίπλα σου στα γλέντια, που σου ζητούσανε να τους δείξεις το σωστό στο δάχτυλο, τον τρόπο να βγάζεις τον πόνο χωρίς να τον φωνάζεις. Κάποιοι από αυτούς συνεχίζουν σήμερα, κρατώντας ζωντανή τη φλόγα που άναψες εσύ.
Συντρόφεψες φωνές μεγάλες: Και πίσω τους, χιλιάδες ανώνυμους – αυτούς που χόρευαν ξυπόλητοι στη λάσπη, που κρατούσαν το ποτήρι ψηλά και τα μάτια βουρκωμένα.
Το κλαρίνο σου δεν έπαιζε απλώς μουσική. Έλεγε ιστορίες: για την ξενιτιά που δεν γύρισε ποτέ, για τον έρωτα που κάηκε σαν το καρβουνάκι στο τζάκι, για το ζευγάρι που χόρεψε τελευταία φορά στο πανηγύρι του χωριού πριν φύγει ο ένας για πάντα.
Δεν χάθηκες, Ηλία. Μετακόμισες μόνο σε άλλο ύψος. Και τώρα, εκεί ψηλά,
σίγουρα έχεις ανοίξει το κλαρίνο σου πάλι – να παίξεις στους αγίους ένα τσάμικο αργό, να κάνεις τα σύννεφα να κουνηθούν σαν χορευτές, να θυμίσεις στον ουρανό πώς ακούγεται η Ελλάδα όταν γλεντάει με πόνο.
Καλό ταξίδι, δάσκαλε του ήχου, μάστορα των γάμων και των βαφτίσεων, φάρος των ξενιτεμένων.
Και να ’σαι σίγουρος: όσο υπάρχει έστω κι ένα χέρι που σηκώνει το ποτήρι και φωνάζει «Γεια σου ρε Λιάκο Νιώρα!», το κλαρίνο σου δεν θα σωπάσει ποτέ».
«Αιωνία σου η μνήμη».







0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου