Ενδιαφέρουσα γεωπολιτική ομιλία του Ηλία Γκρίτση, στην Παλιά Βουλή

Ο Ηλίας Γκρίτσης, δεύτερος από αριστερά, στο πάνελ της εκδήλωσης, εκφωνεί την ομιλία του έχοντας δίπλα του τους υπόλοιπους ομιλητές
Ομιλία, με τίτλο Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΣΤΡΟΦΗ», πραγματοποίησε, στο κτίριο της Παλιάς Βουλής, την Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου (18:30), ο συντοπίτης μας απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, Ηλίας Γκρίτσης. Η ομιλία του εντάχθηκε , στο πλαίσιο της εκδήλωσης Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΝΟΕΜΒΡΗΣ-ΞΕΝΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1916.
Δείτε στο βίντεο που ακολουθεί την ομιλία του συντοπίτη μας:



Το πλήρες κείμενο της ομιλίας έχει ως εξής:

Τι συμβαίνει γύρω μας;
Που βαδίζει η Ελλάς αλλά και ολόκληρος ο κόσμος;
Τι συμβαίνει στην Ουκρανία; Στην Μέση Ανατολή, στην Τουρκία;
Όλα λοιπόν, βαδίζουν στο χάος ή βάση οργανωμένου σχεδίου;
Πιστεύω ότι αυτά τα ερωτήματα μας βασανίζουν όλους μας, κάποιες στιγμές, που τα προσωπικά μας προβλήματα, κουρνιάζουν, έτσι ελεύθεροι από τις σκέψεις της καθημερινότητας, θα συλλογιστούμε πάνω σε ορισμένα σημαντικά θέματα.
Λοιπόν... μια κατάσταση χάους, φαίνεται να επικρατεί παγκοσμίως σε πολλές γεωπολιτικές ζώνες. Έχουμε πολλές εστίες συγκρούσεων ανά την υφήλιο, ενώ τα κέντρα εξουσίας προσπαθούν να συμφωνήσουν σε μια νέα γεωπολιτική τάξη πραγμάτων στο κόσμο.
Το γεωπολιτικό χάος όντως υπάρχει και μας απειλεί, διαμέσου της εξάπλωσης των όπλων μαζικής καταστροφής, της τρομοκρατίας που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα, της ανέλεγκτης μετανάστευσης αλλά και του φαινομένου των ακυβέρνητων εδαφών, όπως π.χ. η Λιβύη, τα οποία έχουν τεράστιες επιπτώσεις στην παγκόσμια αταξία. Αλλά, όλως παραδόξως, συμβαίνει και κάτι άλλο παράλληλα. Αυτή την στιγμή είναι η πρώτη φορά που ακούμε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τα κέντρα εξουσίας αυτού του πλανήτη να συζητάνε πλέον στα διάφορα fora για μια και μόνο παγκόσμια τάξη. 
Κι εξηγώ: Μέχρι πρότινος, υπήρχε μόνο η κατάσταση της λεγόμενης περιφερειακής τάξης, με ζώνες επιρροής. Αυτή την στιγμή έχουμε μια υπό διαμόρφωση μονοπολική παγκόσμια τάξη, στην οποία ακόμα δεν υπάρχουν καθολικά αποδεκτοί κανόνες…. που ο καθένας από τους εταίρους προσπαθεί να καταλάβει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό επιρροής χρησιμοποιώντας όσα μέσα διαθέτει, έως ότου σχηματοποιηθεί τελικά, η πρώτη ουσιαστική μορφή παγκόσμιας διακυβέρνησης. 
Διακρίνουμε λοιπόν ότι υπάρχει:
-η κινεζική άποψη, 
-η ισλαμική άποψη,
-η δυτική άποψη και,
-ως ένα βαθμό, η ρωσική άποψη.
Η αποκατάσταση μιας νέας παγκόσμιας τάξης είναι δυνατή διαμέσου μιας ισορροπίας δυνάμεων. Η ισορροπία αυτή δεν χρειάζεται απαραιτήτως να εφευρεθεί από το μηδέν, μιας και το κεφάλαιο της Ιστορίας που αφορά της κατά καιρούς συνθήκες που έχουν συμφωνηθεί, είναι τεράστιο… και θα μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί ένα καλό παράδειγμα ως βάση, για να στηθεί μια νέα συνθήκη ισορροπίας σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία θα δημιουργήσει τους μηχανισμούς αυτούς στους οποίους θα αρχίσει να λειτουργεί η νέα κατάσταση. 
Ως παράδειγμα, θα αναφέρω την Συνθήκη της Βεστφαλίας πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη σε συνδυασμό με υπάρχουσες δομές μεγάλων οργανισμών. 
Παράλληλα, ας θυμηθούμε για μια στιγμή τι ήταν αυτό το οποίο προηγήθηκε της συνθήκης της Βεστφαλία. Αναφέρομαι στον Τριακονταετή Πόλεμο, έναν πόλεμο που κατέστρεψε το παλιό κόσμο και οικοδόμησε έναν καινούργιο. Σε αντιστοιχία λοιπόν με το παρόν εκτιμώ, ότι οι μελλοντικοί ιστορικοί θα συμφωνήσουν ότι, τώρα διεξάγεται μία ιδιάζουσα μορφή πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, με οικονομικά, διπλωματικά, ηλεκτρονικά, κοινωνικά, και σε κάποιες περιπτώσεις με συμβατικά πολεμικά χαρακτηριστικά.
Ο ιδιάζων αυτός πόλεμος, έχει σαν αντίπαλα μέρη τις δυνάμεις της προαναφερόμενης παλαιάς περιφερικής τάξης. Ελπίζω μόνο να αποδειχθούμε αρκετά σοφοί ώστε να μη χρειαστούμε τριάντα χρόνια για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η προοπτική της έναρξης ενός νέου ψυχρού πολέμου είναι πραγματική. Ένας τέτοιος κίνδυνος υπάρχει και δεν μπορούμε να τον αγνοήσουμε. Θα χαρακτήριζα δε, ότι εφαρμόζεται ένα πρωτόγονο και εντελώς αντιπαραγωγικό καθεστώς κυρώσεων, εναντίον της Ρωσίας, καθώς τα περιοριστικά μέτρα ενέχουν τον άμεσο κίνδυνο οι μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις στο εγγύς μέλλον, να προσπαθήσουν να λάβουν μέτρα προστασίας, ρυθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια αγορά και απομακρύνοντας τον βασικό στόχο στο μέλλον. 
Η Ρωσία αποπειράται να επιβάλλει μια Μερκαντιλιστική πολιτική, δηλαδή μια αγορά εμποροκρατίας, που σημαίνει σε απλά μαθηματικά σημαίνει την παμπάλαια οικονομική θεωρία που πρεσβεύει ότι, η μεγιστοποίηση των καθαρών εξαγωγών είναι η καλύτερη διαδρομή για την εθνική ευημερία. Για αυτό και μόνο τον λόγο θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η Ρωσία είναι σημαντικό κομμάτι του διεθνούς συστήματος και συνεπώς χρήσιμο για την συμφωνία σε μια σειρά από αλλά ζητήματα, όπως για τα πυρηνικά του Ιράν ή την Συρία, χωρίς να παραβλέπουμε σε καμία περίπτωση τις επίκαιρες ανάγκες της. 
Οι μεγάλοι γεωπολιτικοί παίχτες ανέκαθεν είχαν σε ορισμένους τομείς μεταξύ τους αντικρουόμενα συμφέροντα, τα οποία μπορούσαν οι μικρότεροι να εκμεταλλευτούν. Τέτοιες συγκυρίες εμφανίζονται τυχαία διαχρονικά και μάλιστα δεν είναι σπάνιες. Ως ιστορικό παράδειγμα μίας τέτοιας τυχαίας συγκυρίας θα θέσουμε την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος, στις 4 Ιουλίου του 1880. Τότε λόγω συγκυριών, η θαλασσοκράτειρας Αγγλίας που είχε αντικρουόμενα συμφέροντα στην περιοχή μας με την τότε Τσαρικής Ρωσίας, μερίμνησε ώστε να δοθεί στην Ελλάδα, χωρίς να πέσει κυριολεκτικά ούτε μία τουφεκιά, ολόκληρη την Θεσσαλία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε εκείνη τη χρονική συγκυρία πραγματώθηκε η λεγόμενη «Μεγάλη Βουλγαρία» την οποία διέλυσε η Ελλάς στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τότε δε, εκχωρήθηκε η Κύπρος στην Μεγάλη Βρετανία, της οποίας Κύπρου το όνειρο για Ένωση με την Μητέρα Ελλάδα, προδόθηκε μόλις πριν λίγες δεκαετίες.
Στο επίκαιρο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, η παρούσα συγκυρία δείχνει ότι μαίνεται η μάχη μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για την λεγόμενη «Καρδιογαία» του παγκόσμιου νησιού, της θεωρίας του MacKinder. Στην πρόσφατη σχετικά, ειδησεογραφία, μπορούμε να διακρίνουμε τις αγωνιώδεις προσπάθειες των Αμερικανών να πλησιάσουν την προαναφερόμενη περιοχή, χρησιμοποιώντας την Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή.
Αλλεπάλληλες επαναστάσεις ξεσπούν σε αυτές τις χώρες, ξεκινώντας από τη Λιβύη και φτάνοντας μέχρι σήμερα στην Συρία και εσχάτως στην περίπτωση της Ουκρανίας. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος τους – και δεν το κρύβουν άλλωστε – είναι ο «εκδημοκρατισμός» του Ιράν, ώστε να μπορέσουν να ελέγξουν την ευρύτερη περιοχή. Αντιστοίχως οι Ρώσοι αντιστέκονται σθεναρά σε μία τέτοια προοπτική προσπαθώντας με όλα τα μέσα, να κερδίσουν την έξοδο τους στην θάλασσα και να ανατρέψουν τα σχέδια των θαλάσσιων δυνάμεων για παντοκρατορία. Αμφότερες οι δύο πλευρές δείχνουν επιφυλακτικές, αλλά και αποφασισμένες για τα σχέδια τους, τα οποία τίθενται σε πρώτη προτεραιότητα.
Σε αυτή την ψυχροπολεμική αναμέτρηση μοιραία λαμβάνει μέρος και η χώρα μας, αν μη τι άλλο επειδή βρίσκεται στην περιοχή που αυτός διεξάγεται. Αντικειμενικά υπάρχουν τρεις επιλογές που μπορεί να ακολουθήσει μία χώρα σαν την Ελλάδα, στην συγκεκριμένη περιοχή. 
Η μία επιλογή είναι η ουδετερότητα, η οποία θα ήτο και η πιο βλακώδης, μιας και θα περιελάμβανε απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων, δηλαδή εχθρότητα έναντι των ΗΠΑ, εμφανίζοντας παράλληλα μία απροθυμία για ανάληψη ευθύνης, αλλά και επιβράβευσης, αν τελικώς οι ΗΠΑ αποτύχουν στα σχέδια τους. 
Η δεύτερη επιλογή είναι η φιλοαμερικανική επιλογή που ακολουθεί ενεργά η κυβέρνηση της Ελλάδας. 
Η τρίτη επιλογή είναι η γεωπολιτική στροφή προς την Ρωσία. 
Θα τις συζητήσουμε και θα αναλύσουμε τις δύο τελευταίες επιλογές, διότι η ουδετερότητα δεν γίνεται να συζητηθεί. Ο λόγος είναι διότι θα ήταν καταστροφική όντας ταυτοχρόνως αντιαμερικανική και αντιρωσική, δηλαδή θα ήταν ενάντια και στους δύο μεγάλους γεωπολιτικούς «παίχτες» του παιγνίου. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση των επιχειρημάτων για την φιλοαμερικανική πλευρά, ας τονίσουμε προς άρση κάθε πιθανής και απίθανης παρεξηγήσεως, ότι όλα αυτά γίνονται θέμα συζήτησης βάσει του δεδομένου της περιορισμένης ισχύος της Ελλάδος. Σίγουρα η Πατρίδα μας όφειλε να είναι ανεξάρτητη και να μπορεί να χαράξει σε κάθε γεωπολιτικό παίγνιο την δική της ανεξάρτητη πολιτική, που θα εξυπηρετεί πρωτίστως τα δικά της συμφέροντα. Όμως, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι έχουν περάσει 40 χρόνια μεταπολιτευτικής διάλυσης των πάντων και ως εκ τούτου τα δεδομένα είναι «ελαφρώς» διαφορετικά σε σχέση με τα ποθούμενα, γεγονός που επαναλαμβάνουμε δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η πρώτη επιλογή όπως προ είπαμε, είναι να ακολουθηθεί η αμερικανική πολιτική στο ζητούμενο των γεωπολιτικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Αυτό, εκ πρώτης όψεως, θα εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από μια πρόβλεψη για την τελική έκβαση της κατάστασης. Για να το θέσουμε πιο απλοϊκά, αν αγνοήσουμε ολόκληρη την Ιστορία της Διεθνούς Πολιτικής, μία απόφαση για επιλογή πλευράς στο συγκεκριμένο παίγνιο θα ήταν συνάρτηση αποκλειστικά και μόνο του ποιος νομίζουμε ότι θα είναι ο τελικός νικητής, με το σκεπτικό ότι ευρισκόμενοι στην πλευρά των νικητών θα έχουμε και απολαβές. Όμως, η ιστορία της Διεθνούς Πολιτικής δεν γίνεται να μην ληφθεί υπόψη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρεθήκαμε στην μεριά των νικητών. Όμως οι «σύμμαχοι» μας «φιλοδώρησαν» με ένα εμφύλιο πόλεμο που έφερε την χώρα μας, πολλές δεκαετίες πίσω. 
Επανερχόμενοι λοιπόν στο σήμερα, βλέπουμε ότι στον αμερικανικό συνασπισμό βρίσκονται όλοι οι βασικοί ανταγωνιστές μας στην περιοχή, όπως η Τουρκία, η Αλβανία, τα Σκόπια και το Ισραήλ. 
Με δηλώσεις τους οι αμερικανοί έχουν ταχθεί εναντίον των Ελληνικών Συμφερόντων μιλώντας ευθέως για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου από κοινού με τους τούρκους, τασσόμενοι έτσι ακριβώς πάνω στην τουρκική προπαγανδιστική γραμμή. 
Επιπλέον δε, με βάση το κριτήριο του Κονδύλη ότι «οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι' αυτούς», φαίνεται ότι η πλευρά των ΗΠΑ, δεν αξίζει και τόσο, γιατί πολύ απλά η Ελλάδα δεν της είναι και τόσο απαραίτητη, ούτε τόσο ισχυρή, ώστε να εξαναγκάσει τον απαιτούμενο σεβασμό. 
Οι τούρκοι είναι μακράν καλύτερος σύμμαχος για αυτούς, αφού πρώτον είναι μία μουσουλμανική χώρα, οπότε μπορεί να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής με τον αραβικό κόσμο, όπως έπραττε τόσο καιρό η Σαουδική Αραβία και δεύτερον είναι πιο κοντά στην κρίσιμη περιοχή, ώστε να αποτελεί καλύτερη βάση. Το μόνο θεωρητικά σημείο, στο οποίο πλεονεκτεί η Ελλάδα είναι ότι διαθέτει πιο σταθερό και πειθήνιο πολιτικό περιβάλλον, την ίδια ώρα που η Τουρκία διαθέτει θύλακες Κούρδων και μια υποβόσκουσα κόντρα στρατιωτικών – πολιτικών, η οποία ενίοτε διαθέτει και εξάρσεις.
Από την άλλη μεριά, έχουμε την Ρωσία, η οποία ικανοποιεί το κριτήριο του Κονδύλη, εν μέρει, αφού τις είμαστε απαραίτητοι για την έξοδο της, ως χερσαίας δύναμης, προς την θάλασσα. Βεβαίως μία οιαδήποτε συμμαχία θα απαιτήσει εν τέλει η Ελλάς να πάψει να είναι το θλιβερό προτεκτοράτο του σήμερα και να κυνηγήσει το πεπρωμένο της, ώστε να καταστεί αρχικά περιφερειακή δύναμη. 
Παρόλα αυτά η εκτίμηση για γεωπολιτική στροφή στην Ρωσία πρέπει και έχει ρεαλιστική βάση. Η Ρωσία μετά την πτώση του κομμουνισμού έχει αρχίσει και επανέρχεται στο διεθνές παίγνιο, αναδεικνυόμενη και πάλι σε μία εκ των μεγάλων δυνάμεων. Όμως θα πρέπει να έχουμε κατά νου τα λόγια του κορυφαίου Ρώσου γεωπολιτικού, Alexander Dugin, που σημείωνε ότι «ο Πούτιν ως ρεαλιστής, ποτέ δεν επιμένει σε περιπτώσεις που είναι σίγουρο ότι θα χάσει».
Με αυτά κατά νου καθίσταται σαφές ότι, ευαγγελιζόμαστε μια Ελλάδα δυνατή και ισχυρή που θα είναι σεβαστή από τους συμμάχους της και θα αποτελεί φόβητρο για τους εχθρούς της. Οι Αμερικανοί θέλουν την «μικρή και έντιμη Ελλάδα», η οποία θα συνεκμεταλλεύεται το Αιγαίο από κοινού με την Τουρκία, που την προορίζουν για περιφερειακή δύναμη. Ο λόγος είναι ότι ως θαλάσσια δύναμη, η Αμερική, δεν μπορεί να ανεχτεί μία άλλη κραταιά θαλάσσια δύναμη στην περιοχή συμφερόντων της. 
Δεν είναι μοναχά θέμα ανθελληνισμού των διάφορων κέντρων που ελέγχουν την κυβέρνηση των ΗΠΑ, είναι πρωτίστως θέμα ανταγωνισμού. Αντιθέτως η Ρωσία θέλει μία κραταιά θαλάσσια δύναμη για να συμπληρώσει την δική της χερσαία ισχύ. Οπότε είναι σαφές το ποια από τις δύο πλευρές επιθυμεί να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της Ελλάδος και συνεπώς ποια πλευρά οφείλει να διαλέξει η Ελλάς σε αυτή την επίκαιρη γεωπολιτική διαμάχη.
Επανερχόμενοι οφείλουμε να υπογραμμίσουμε μία ιστορική λεπτομέρεια από το παράδειγμα που θέσαμε στην αρχή. Την περίοδο της προσάρτησης της Θεσσαλίας, όπως προείπαμε, πραγματώθηκε η λεγόμενη «Μεγάλη Βουλγαρία», εις βάρος των εθνικών μας πόθων. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτό έγινε κατ’ εντολή της Ρωσίας, γεγονός που είναι συνεπές προς την ρωσική επιδίωξη για έξοδο σε θερμές θάλασσες. Αυτό που έχει αξία να αποκομίσουμε από το εν λόγω παράδειγμα είναι ότι τα σοβαρά έθνη κοιτάνε πρωτίστως τα συμφέροντα τους και δεν ασχολούνται με φαιδρότητες, ούτε αντιμετωπίζουν τις συμμαχίες με ρομαντική διάθεση. Η ευκαιρία που μας δίνεται τώρα, για μία γεωπολιτική στροφή προς την Ρωσία, δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε το ιερό δισκοπότηρο της εξωτερικής μας πολιτικής. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι Ρώσοι θα προσπαθήσουν να επιτύχουν αυτή την έξοδο έτσι κι αλλιώς. Αν δεν τους την εξασφαλίσουμε εμείς, θα προσπαθήσουν να ανοίξουν τον «δρόμο» ακόμα και εις βάρος μας. Η μόνη πραγματική αξία που έχει μία τέτοια συμμαχία, αλλά και οποιαδήποτε συμμαχία, είναι να ισχυροποιήσουμε την θέση μας και ακολούθως να επαναπροσδιορίσουμε την στρατηγική μας. Στην δεδομένη χρονική περίοδο είναι συμφέρουσα μία συμμαχία με την Ρωσία. Στο μέλλον, με μία Μεγάλη Ελλάδα στον χάρτη, πιθανόν τα πράγματα να είναι διαφορετικά. Δεν θα πρέπει να επαναληφθούν λάθη του είδους «ανήκομεν εις την Δύσιν» και άλλες ρομαντικές θεωρήσεις των συμμαχιών.
Στο τοπικό πεδίο, η πολιτική Ερντογάν διαπνέεται από το δόγμα, που βασίζεται στις θεωρίες του στρατηγικού βάθους και του νεοοθωμανισμού. Με απλά λόγια το τουρκικό κράτος στοχεύει στην έμμεση ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της αύξησης της επιρροής του σε όλη τη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Μέσα σε λίγα χρόνια απεδείχθη στην πράξη πόσο ανεδαφικό είναι αυτό το εγχείρημα. Η πολιτική Νταβούτογλου οδήγησε τελικά στην απομόνωση της Τουρκίας αντί για την επέκτασή της. Ρυθμιστής των εξελίξεων και κεντρική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε ασφαλώς να γίνει η Ελλάς.
Περαιτέρω, στη Λιβύη επικρατεί χάος, Μαρόκο και Αλγερία αδιαφορούν για τις προθέσεις των τούρκων, στην Συρία το καθεστώς Άσαντ παραμένει κραταιό. 
Αρνητικοί παράγοντες για τα ελληνικά συμφέροντα είναι οι φιλοτουρκικές δυνάμεις των ΗΠΑ και της Αγγλίας, που ορίζουν εν πολλοίς την πολιτικής της Ε.Ε. Το δόγμα των ΗΠΑ, όπως αυτό είχε εκφραστεί το 2012 στο συνέδριο του Economist στην Αθήνα από τον ειδικό απεσταλμένο του State Department, ότι δηλαδή δεν πρέπει να λάβει χώρα καμία μονομερής ενέργεια στο Αιγαίο, σε ότι αφορά την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, είναι γεγονός.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Κάμερον είπε: "Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ΑΟΖ και κοιτάσματα μέχρι να λυθεί το Κυπριακό".
Η ελλαδική ηγεσία, μέχρι τώρα δεν τολμά να ανακηρύξει την ελληνική ΑΟΖ, δεν κάνει σεισμικές έρευνες νοτίως της Κρήτης, δεν τολμά να προφέρει τις λέξεις "γεωτρήσεις" και "ενιαίος αμυντικός χώρος με την Κύπρο".
Η άσφαιρη, άνευ ουσίας, αλλά και ανέξοδη Διάσκεψη του Καΐρου έγινε υπό την υψηλή εποπτεία των ΗΠΑ που στηρίζουν το καθεστώς Σίσι, γι' αυτό και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση απειλή για την αυξανόμενη τουρκική επιθετικότητα. Το οικονομικό-πολιτικό σκηνικό στην Ανατολική Μεσόγειο αλλάζει σημαντικά, καθώς η Αραβική Άνοιξη, η εντεινόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή και οι οξύτατοι ενεργειακοί ανταγωνισμοί μεταβάλλουν το περιβάλλον της περιοχής.
Αναλύοντας τα γεγονότα των τελευταίων ετών διακρίνουμε ότι, Η Ρωσία μετατρέπεται σε ανταγωνιστή των Τούρκων παρά τα ισχυρά εμπορικά συμφέροντα που διατηρεί στην επικράτειά της. Ο νεοοθωμανισμός του Ερντογάν αποτελεί φυσικό πολέμιο της πολιτικής Πούτιν, που συνεχίζει να υπηρετεί το βασικό δόγμα του τσαρικού επεκτατισμού για έλεγχο των στενών και έξοδο στις θερμές θάλασσες.
Η επιτυχής στήριξη του καθεστώτος Άσαντ και η αποτυχία των τούρκων να δημιουργήσουν μία σουνιτική Συρία - υποχείριο της Άγκυρας - επιταχύνει τις εξελίξεις. Κυρίαρχο ρόλο, όπως προείπαμε μπορεί και οφείλει να παίξει η Ελλάς. Επιπρόσθετα, η Ελλάδα και η Κύπρος φαίνεται να ευνοούνται από την κρίση στις σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας. Σε αντιδιαστολή όμως αναφέρουμε ότι η Τουρκία ανησυχεί για τις στρατηγικές συμμαχίες που διαμορφώνονται στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και επιδιώκει να έχει μερίδιο στα οφέλη από την εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων. Η γεωστρατηγική της θέση και η μεγάλη εσωτερική αγορά καθιστούν την Τουρκία βασικό ενεργειακό παίχτη στην Ανατολική Μεσόγειο. Από την άλλη μεριά όμως τα συμφέροντα της Ρωσίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου είναι ιδιαίτερα μεγάλα για οικονομικούς, πολιτικούς και γεωστρατηγικούς λόγους. 
Οι παραπάνω εξελίξεις μεταβάλλουν με ταχείς ρυθμούς το διεθνές περιβάλλον στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, δημιουργώντας νέους συσχετισμούς δυνάμεων. Πρόκειται για μια καθοριστική περίοδο τόσο για το μέλλον της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου όσο και για την ήδη αποδυναμωμένη Ελληνική οικονομία.
Τελειώνοντας την παραπάνω ανάλυση, τολμώ να αναφέρω τις προτάσεις μου, οι οποίες είναι πρωτίστως τροφή για επιστημονική μελέτη και προβληματισμό.
ΠΡΟΤΕΙΝΩ, λοιπόν σύναψη αμυντικής συμφωνίας και έναρξη στρατιωτικής συνεργασίας με τα κράτη εκείνα με τα οποία είναι δυνατόν να υπάρξει σύγκλιση γεωπολιτικών συμφερόντων και όχι φύσει και θέσει ΑΝΤΙΠΑΛΟΤΗΤΑ και των οποίων οι κοινοπραξίες θα πλειοδοτήσουν στον διαγωνισμό για την έρευνα και εκμετάλλευση των ενεργειακών μας κοιτασμάτων. Αναστροφή του γεωπολιτικού μας προσανατολισμού και επανεξέταση των συμμαχιών μας, οι οποίες δεν έχουν προσφέρει απολύτως τίποτα στα εθνικά συμφέροντα. Άμεση στροφή, επενδυτική και ενεργειακή κατ' αρχάς, προς τη Ρωσία.
Έτσι οριοθετώντας τα παραπάνω προτείνεται η δημιουργία άξονα Αθηνών - Μόσχας και ρωσικές αεροναυτικές δυνάμεις στο Αιγαίο. Συμφωνία για μια ρωσική ναυτική βάση στον Πόρο, την Σύρο ή την Σκύρο, παράλληλα άμεση παραχώρηση και άμεση έναρξη γεωτρήσεων για πετρέλαιο στο Βόρειο Αιγαίο και φυσικό αέριο Νοτίως της Κρήτης σε ρωσικές εταιρείες με παράλληλα ελληνορωσικά στρατιωτικά γυμνάσια κατά μήκος της ελληνικής ΑΟΖ, τα οποία θα εξασφάλιζαν την παρουσία πανίσχυρης αεροναυτικής δύναμης στην περιοχή. 
Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου