Κρυμμένοι Εβραίοι στο Μενίδι

ΑΠΟ  ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΡΕΖΑΝ
Στην εκδήλωση της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρίας Αχαρνών για τους αγωνιστές Μενιδιάτες του 40, έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό, γεγονότα μέχρι χθες άγνωστα. Η Ρένα Λιόση, η Μαργαρίτα Κλαδιά και ο Δημήτρης Δημόπουλος, αφηγήθηκαν με γλαφυρότητα μέσα από τα απομνημονεύματα της εκλεκτής δημοσιογράφου και συγγραφέως Μαρία Ρεζάν,  πως ο πατέρας και οι γιαγιά της, κρύβονταν στην κυριολεξία κάτω από τη μύτη των Γερμανών στην Κεντρική Πλατεία του Μενιδίου. Ιδού οι αφηγήσεις τους… 

« Η δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν, το 1965, σε ένα άρθρο της, θυμήθηκε ότι ένας παπάς στο Μενίδι, έκρυβε κάποιον Εβραίο για όλη τη διάρκεια της Κατοχής, μεταμφιεσμένο σε καντηλανάφτη. Ο παππάς αυτός δεν ήταν άλλος από τον παπα-Θανάση Παπαθανασίου ή Χείλιο, ηρωική φυσιογνωμία του νεότερου Μενιδίου. Η ίδια επίσης Μαρία Ρεζάν, στα απομνημονεύματά της, μας αποκαλύπτει ότι και η γιαγιά της, αλλά και ο πατέρας της, σ’ όλη την Κατοχή, κρύβονταν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των Γερμανών, μέσα στην Κεντρική Πλατεία του Μενιδίου!!!  Άλλωστε,  προαιωνίως  η σύμβαση των ντόμπρων Μενιδιατών με την ζωή, προέβλεπε  έναν βασικό, απαράβατο όρο: Κανείς δεν θα καταδώσει, κανείς δεν θα προδώσει, κανείς δεν θα καρφώσει: Ο ρουφιάνος, ο χαφιές και ο καταδότης, δεν είχαν θέση στην κοινωνία μας, και εισέπρατταν τη δημόσια περιφρόνηση και καταφρόνια…
Ντοκουμέντο από το αρχείο της ΙΛΕΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΡΕΖΑΝ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΡΕΖΑΝ: ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΛΑΔΙΑ
Α ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
…Τη νόνα, δηλαδή την γιαγιά Εσθήρ που ήταν θεόκουφη πια, την κρύβαμε στο Μενίδι. Στο σπίτι κάποιας θείας  της Χαρίκλειας. Όσο για τους γονείς μου, κάπου στο Μενίδι ήταν κι αυτοί, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Το οποίο Μενίδι ήταν τότε σαν μεγάλο χωριό. Τίποτα περισσότερο.
« τον νου σου γιαγιά» είχα φωνάξει στη νόνα, για να το ακούσει όταν την… εγκαταστήσαμε στο Μενίδι. «θα μείνεις εδώ και δεν θα ξεμυτίσεις έξω»…
Φοβόμασταν μην την πάρουν χαμπάρι.
Πηγαίνω, που λέτε, μια μέρα στο Μενίδι να της πάω νέα των παιδιών της, και φτάνω ύστερα από ποδαρόδρομο ωρών, και με ένα τσεμπέρι στα μαλλιά, για να μην αναγνωρίζομαι εύκολα. Φτάνω στο σπίτι που την κρύβαμε, πουθενά η νόνα Εσθήρ. Ψάχνω από εδώ, τίποτα. Από εκεί πάλι, τίποτα. Κοιτάζω από το παράθυρο και μένω σύξυλη!. Γιατί το μάτι μου πιάνει τη νόνα στην κεντρική πλατεία του Μενιδίου, με την μαγκούρα στο χέρι, τα μανίκια ανασηκωμένα, να διαπληκτίζεται και να φωνάζει. Και πίσω της, τη «μαρίδα» της γειτονιάς, να την έχει πάρει στο ψιλό και να την κοροϊδεύει. Θεόκουφη  ήταν, ηλικιωμένη ήταν, σπαστά μιλούσε τα ελληνικά, και επιπλέον στην γειτονιά ήταν άγνωστη. Περισσότερα δεν ήθελες για να καταλάβεις…
«βρε γιαγιά» της λέω όταν την πήρα παράμερα. «δεν σου είπα να μην βγαίνεις έξω? Τι θέλεις, να σε πιάσει ο Χίτλερ?»
«να με πιάσει ποιος?» με ρωτάει και βάζει το χέρι της πίσω από το αυτί της.
«ο Χίτλερ βρε γιαγιά ο Χίτλερ!»
-  «ποιος είναι αυτός ο κύριος?»

«ο Χίτλερ, γιαγιά που…»
«δεν τον ξέρω τον κύριο! Και επιπλέον αυτόν, τον πως τον είπες, δεν τον φοβάμαι!
Μόνο το θεό φοβάμαι εγώ…»
Και με το δάκτυλο μου έδειξε  τον ουρανό. Και συνέχισε:
«Κι αν θες να ξέρεις, τσακώθηκα γιατί εδώ  μας κλέβουν στις μερίδες  του φαγητού».
Τι να της πεις?
Τον κύριο Χίτλερ δεν τον φοβόταν, όντως η γιαγιά μου. Εγώ όμως τον φοβόμουνα. Την πήρα με λοιπόν άρον άρον και την κρύψαμε στην Αθήνα…
Β΄ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ
Αυτό που θυμάμαι πεντακάθαρα ωστόσο, σαν να ‘ταν σήμερα, ήταν ο πατέρας μου.
Τον πατέρα μου, τον αφήσαμε να κρύβεται στο Μενίδι και την ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί αποφάσισα να πάω να τον βρω! Και επειδή άλλο τρόπο δεν είχα, κίνησα ποδαράτο. Για την Αχαρνών και μετά για το Μενίδι…
Η Στουρνάρη ήταν γεμάτη ποδηλατάδικα. Σταμάτησα έξω από ένα και ρώτησα:
«Πατριώτη, πάω στο Μενίδι να φέρω τον πατέρα μου. Αλλά λεφτά, για να νοικιάσω ποδήλατο δεν έχω να σου δώσω... Να  σου αφήσω την ταυτότητά μου, αλλά και αυτή είναι πλαστή…»
Με κοίταξε με κατανόηση: -  « παρ’ το κοπέλα μου» γύρισε και μου είπε ο άνθρωπος, « Πάρτο και πήγαινε στο καλό, και αν  είναι ο δρόμος σου προς τα εδώ φέρτο μια μέρα… Ούτε λεφτά θέλω, ούτε ταυτότητα μέρα που είναι…»
 …Έτσι βρέθηκα στο Μενίδι, με το ποδήλατο εκείνου του ανθρώπου, που, όπως όλοι μας, γιόρταζε την ελευθερία...

Μια ώρα έκανα? Λιγότερο? Περισσότερο? ούτε που θυμάμαι πια…
« Μπαμπά, σήκω να φύγουμε», είπα του πατέρα μου όταν τον φίλησα . «γυρίζουμε σπίτι! Οι Γερμανοί έφυγαν…» και άρχισα να του διηγούμαι…
«Άσε παιδί μου, καλύτερα…» μου απάντησε αντίθετα από ότι περίμενα, ο πατέρας μου «αύριο! Καλύτερα έτσι…»
«τι λες βρε μπαμπά» του είπα. «οι Εγγλέζοι έφτασαν. Τους είδα. Πρωί-πρωί».
«καλά, καλά. Αλλά αύριο… να γυρίσουμε στην Αθήνα αύριο…»
Άρχισα να θυμώνω. Νέα ήμουνα, και δεν καταλάβαινα τίποτα. Και του έβαλα τις φωνές:
« καλέ μπαμπά, τρελάθηκες? Τι είναι πάλι αυτά? Αύριο και αύριο… αφού σου λέω … τους είδα με τα μάτια μου...».
«αύριο» αυτός , «τώρα αμέσως» εγώ, κράτησε κάμποσο το πείσμα του, αλλά στο τέλος κάμφθηκε! Με βοήθησαν πολύ και οι καμπάνες που ακουγόντουσαν απ΄ έξω απ΄ τις Εκκλησίες του Μενιδίου πεντακάθαρα! Σημάδι, πως οι Γερμανοί είχαν περάσει και την Πάρνηθα…! Βρήκα ένα κάρο και ένα άλογο, ούτε εγώ ξέρω πώς, πάνω στο κάρο αυτός και εγώ με το ποδήλατο γύρω - γύρω. Σαν αντιτορπιλικό που φυλάει την νηοπομπή…
Ακούστε την αφήγηση της Μαργαρίτας Κλαδιά

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου