Ένα ευθυμογράφημα για την ανικανότητά μας να στήσουμε το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στις Αχαρνές...
Περίληψη προηγουμένων:
Ο Σύλλογος Πελοποννησίων και η Πρόεδρος του ΔΣ Πόπη Φαμελίτου οραματίστηκαν να στήσουν το άγαλμα του Γέρου του Μωριά, στη συνοικία του Αγίου Πέτρου. Πριν από περίπου πέντε χρόνια συμφώνησαν να αναλάβουν το κόστος από κοινού η Νομαρχία και ο Δήμος. Έκτοτε το θέμα χρονίζει κάνοντας γραφειοκρατικούς κύκλους ανάμεσα στις διάφορες υπηρεσίες και τις καλλιτεχνικές επιτροπές του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ από φέτος, που καταργήθηκαν οι νομαρχίες, ο κίνδυνος νέων καθυστερήσεων είναι παραπάνω από ορατός..
ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Γέρος του Μοριά βημάτιζε πέρα-δώθε νευρικός. Κάπου-κάπου ξεφυσούσε στρώνοντας το παχύ του μουστάκι. Εκείνο το πρωινό του Γενάρη ο Παράδεισος δεν τον χωρούσε. Ένιωθε σαν λιοντάρι στο κλουβί.
Λίγο πιο πέρα, ο Δράμαλης, ο Τούρκος Στρατηγός που ο Γέρος του Μοριά είχε κατατροπώσει στα Δερβενάκια, σώζοντας την επανάσταση, έπαιζε αμέριμνος το κομπολόγι του χαζεύοντας την εκπομπή του Αυτιά.
Κοίταξε το Γέρο απορημένος. Από τότε που είχαν βρεθεί μαζί στον Παράδεισο, είχαν αφήσει πίσω τα παλιά και είχαν γίνει φιλαράκια. Από τη μια γιατί ο κανονισμός του Παράδεισου ήταν αυστηρός και δεν ήθελε αντιπαλότητες, αλλά αιώνια ειρήνη. Ο Άγιος Πέτρος το είχε ξεκόψει ότι όλοι οι τρόφιμοι του Παράδεισου έπρεπε, ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσας, εθνικότητας, προηγούμενης οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης και θρησκεύματος να ζουν μονιασμένοι.
Από την άλλη και οι δύο είχαν ταχθεί υπέρ της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, γιατί από τα χρόνια του ΄21 είχαν καταλάβει ότι αυτοί που πάντα έβγαιναν κερδισμένοι από τους ελληνοτουρκικούς καβγάδες ήταν εκείνοι που πούλαγαν καριοφίλια και γιαταγάνια.
-Τι έχεις ρε Θοδωρή; Γιατί είσαι τόσο σεκλετισμένος σήμερα; τόλμησε να ρωτήσει ο Δράμαλης.
Ο Γέρος δεν απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι. Ο Δράμαλης τον ξανακοίταξε και αμέσως θυμήθηκε ότι κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, ο Γέρος μπουρινιάζει και στενοχωριέται.
«Έλα, τι σου συμβαίνει; Πήρες, πάλι, κακά χαμπέρια από το Μενίδι;», τον ρώτησε, μαλακά, μην τον θυμώσει.
Ο Γέρος ένευσε καταφατικά. Ο Δράμαλης τον κοίταξε με συμπάθεια. «Δεν τα κατάφερε ούτε φέτος η Πόπη, ε;», ρώτησε απλά για να ρωτήσει, γιατί ήταν βέβαιος για την απάντηση. «Έλα μην κάνεις έτσι, δεν είναι εύκολα τα πράγματα. Από φέτος η Πόπη έχει και την τρόικα στο κεφάλι της», προσπάθησε να τον παρηγορήσει.
«Η Πόπη το παλεύει, αλλά δε φτάνει αυτό. Ούτε βέβαια φταίει αυτός ο γαλαζομάτης της τρόικας. Φταίει η καντεμιά μου. Αφού το ξέρεις ότι όταν θέλω κάτι, πάρα πολύ, όλα μου πάνε στραβά κι ανάποδα», ξέσπασε ο Γέρος του Μοριά.
«Σώπα μωρέ, μην είσαι πλεονέκτης. Τόσα αγάλματα σου έχουν φτιάξει, σε όλη την Ελλάδα. Γιατί κόλλησες με το άγαλμα στον Άγιο Πέτρο, στο Μενίδι; Άσχημο είναι το άγαλμα στην Παλιά Βουλή που σε έχει να δείχνεις το μέλλον του έθνους; Το έχει ζηλέψει ο Ότο Ρεχάγκελ και η Έλενα Παπαρίζου, που έκαναν μεγαλύτερα κατορθώματα από σένα, κατακτώντας το Euro και τη Γιουροβίζιον», τον παρηγόρησε ο Δράμαλης.
Ο Γέρος τον άκουγε απαθής. Ήξερε ότι είχε δίκιο. Ήξερε ότι είχε φάει κόλλημα. Όμως ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Θες η γαλιφιά της Πόπης, θες γιατί ο ίδιος ήθελε να μπει στο μάτι των ντόπιων καπεταναίων, του Μητρομάρα και του Μητρολέκκα, δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι κόντευαν να περάσουν δέκα χρόνια, χωρίς να έχει στηθεί το άγαλμά του, στην ομώνυμη Πλατεία του Αγίου Πέτρου.Μάλιστα ψυλλιαζόταν ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στους απογόνους αυτών των καπεταναίων. Ειδικά από τότε που ο Γιώργος Λέκκας, ένας απόστρατος ναύαρχος κι απόγονος του Μητρολέκκα, έλεγε κάτι καλαμπουράκια, δήθεν για να καυτηριάζει, εύσχημα, τις καθυστερήσεις, ενώ στην πράξη μάλλον χαιρόταν που υπήρχαν.
Προσπάθησε να βγάλει τις μαύρες σκέψεις από το μυαλό του αναπολώντας τα παλιά. Θυμόταν, σα να ήταν χθες, εκείνο το πρωινό που είχαν φτάσει στα Δερβενάκια οι εκδρομείς του Συλλόγου Πελοποννησίων με επικεφαλής την Πόπη. Του έφερε δάκρυα στα μάτια η στιγμή που η Πόπη αγκάλιασε τα πόδια του και κοιτώντας τον φωτογραφικό φακό, του υποσχέθηκε ότι θα τον τοποθετούσε έφιππο στο Μενίδι, καταμεσής στην Πλατεία Αγίου Πέτρου. Πόση χαρά είχε νιώσει, που επιτέλους θα βρισκόταν τόσο κοντά στο Regency kazino. Άνθρωπος ήταν κι αυτός. Είχε καταπιέσει σκληρά τον εαυτό του, στα χρόνια της επανάστασης και της φυλακής και πάντα ήλπιζε να ξεδώσει, ποντάροντας την πενιχρή του σύνταξη στον κουλοχέρη.
Ο Δράμαλης που ήξερε το πάθος του προσπάθησε να τον μαζέψει. «Σιγά τα λεφτά που έχεις και θέλεις ντόλτσε βίτα. Πήρες την μειωμένη σύνταξη του στρατηγού, γιατί δεν ήσουν της Σχολής Ευελπίδων. Και πολλά παίρνεις δηλαδή, χωρίς γραμματικές γνώσεις, ξένες γλώσσες και χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή. Σήμερα, δε θα σε έπαιρναν στο στρατό ούτε για οπλίτη πενταετούς υποχρέωσης», του ξεκαθάρισε ο Δράμαλης που, ως στρατιωτικός καριέρας δεν είχε ποτέ χωνέψει ότι τον είχε κατατροπώσει ο Γέρος με ένα σώμα ατάκτων. Σαν είδε όμως ότι σκοτείνιασε και ψυχοπλακώθηκε, το γύρισε το βιολί για να τον συνεφέρει. «Τελικά είναι οριστικό ότι δεν θα γίνει το άγαλμα;», τον ρώτησε, για να του αποσπάσει την προσοχή. Ήθελε με την κουβέντα να τον μαλακώσει. Φοβόταν, όταν τον έβλεπε κλεισμένο στον εαυτό του, μην κάνει καμία τρέλα.
«Αυτό που με σκοτώνει σε αυτή την ιστορία είναι ότι δε μου ξεκόβουν, μια και καλή, ότι δε θα γίνει. Θα το είχα πάρει απόφαση. Απεναντίας, κάθε χρονιά που κόβει την πίτα του Συλλόγου η Πόπη διαβεβαιώνουν ότι το άγαλμα θα γίνει οπωσδήποτε. Σκωτσέζικο ντους μου κάνουν», ξεφύσηξε ο Γέρος.
Ο Δράμαλης άρπαξε την ευκαιρία για να τον λογικέψει. «Μήπως μωρέ και συ είσαι υπερβολικός; Μήπως, επειδή το απαιτεί κι η εποχή, έπρεπε να είσαι ταπεινός; Τι το θες το άλογο; Μήπως αν το έργο τους βγει πιο οικονομικό, πάρουν απόφαση να το φτιάξουν και ξεμπερδέψεις; Βαρέθηκα να σε βλέπω σε μαύρο χάλι, κάθε Γενάρη», είπε στο Γέρο. Εκείνος άστραψε και βρόντηξε. «Με μένα θα κάνουν οικονομία οι αχαΐρευτοι; Όταν τα έτρωγαν μαζί ήταν καλά. Κι άλλωστε ας είχαν φτιάξει το άγαλμα, πριν δέκα χρόνια, που δεν είχε ξεσπάσει η οικονομική κρίση και δεν είχε έλθει στην Ελλάδα ο γαλανομάτης της τρόικα». Ο Δράμαλης προσπάθησε να τον φέρει στα νερά του. «Με το ξερό σου το κεφάλι τι κατάλαβες; Εσύ απελευθέρωσες την Ελλάδα, οι άλλοι τα φάγανε και βρέθηκες στη φυλακή. Ψάχνεσαι να βρεις το μπελά σου. Σκέψου να σου είχαν πάρει κανα άλογο Ζήμενς και να έτρεχες στις εξεταστικές επιτροπές. Κατάλαβέ το. Πρέπει να γίνεις διαλλακτικός, ευέλικτος, πιο χαμηλών τόνων. Ο τσαμπουκάς και η αξιοπρέπεια δεν περνάνε πια. Εγώ θα σου πω τι συμβαίνει στη χώρα σου;»
Ο Γέρος έσκυψε το κεφάλι. Αναγνώριζε ότι ο Δράμαλης είχε δίκιο. Οι καιροί είχαν αλλάξει. Από την άλλη δεν ήθελε ούτε να το σκεφτεί ότι θα μοστράριζε στον Άγιο Πέτρο, χωρίς το άτι του. Τι εντύπωση θα προκαλούσε στους νέους της περιοχής, που θα περνούσαν δίπλα του με τα σμαρτάκια, αν τον έβλεπαν ποδαράτο; «Δηλαδή θα σωθεί η εθνική οικονομία, αν με βάλουν χωρίς το άλογο;», ρώτησε επιθετικά τον Δράμαλη. Εκείνος που κατάλαβε ότι δεν θα έβγαζε άκρη προσπάθησε να του το φέρει με το μαλακό. «Κατ΄ αρχή λίγο περπάτημα δεν πρόκειται να σου κάνει κακό. Έχεις χοληστερίνη και πέντε κιλά παραπάνω. Κι επιπλέον η σύνταξη που παίρνεις δε σε φτάνει για να συντηρείς άλογο. Μπορεί να έχει χαμηλή ιπποδύναμη και να μη σε πιάνει τεκμήριο, όμως χρειάζεσαι σανό, ασφαλιστήριο και διόδια, όταν κινείσαι στην Εθνική Οδό. Δεν μπορεί να καθαρίσει για όλους ο Γκλέτσος. Δήμαρχο Στυλίδας τον βγάλανε κι όχι Πρωθυπουργό», είπε στο Γέρο.
Όμως μάταια μιλούσε. Ο Γέρος δεν μπορούσε να απαρνηθεί τη φιγούρα και τις ανέσεις του. Κατάλαβε ότι αν επέμενε, το μόνο που θα κατόρθωνε θα ήταν να τον θυμώσει, κι ήξερε, από προσωπική πείρα, ότι όταν θύμωνε γινόταν επικίνδυνος. Δεν το είχε σε τίποτα να φωνάξει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης ενάντια στα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, μετατρέποντας, στο άψε-σβήσε, τον Παράδεισο σε κόλαση.Έτσι άλλαξε την κουβέντα, για να τον ηρεμήσει.
«Πέρσι δεν μου είχες πει ότι θα γίνει ο καλλιτεχνικός διαγωνισμός και ότι το θέμα θα προχωρούσε ταχύτατα, γιατί θα έβαζε τα λεφτά ο Λεωνίδας;» ρώτησε. «Ακριβώς. Έγινε ο καλλιτεχνικός διαγωνισμός και επιλέχθηκε το πρόπλασμα από την Επιτροπή. Μάλιστα ήμουν σίγουρος για το αισθητικό αποτέλεσμα, γιατί μέλος της επιτροπής ήταν κι ο Φωτιάδης, ο οποίος είναι, όπως γνωρίζεις ο αγαπημένος μου αρχιτέκτονας και τον εμπιστεύομαι με κλειστά μάτια, γιατί είναι παιδί του λαού και σπούδασε, δουλεύοντας, στη Γερμανία».
-Τότε;
-Τότε ήλθε ο Καλλικράτης.
- Ο Καλλικράτης; Ποιος είναι αυτός;
Ο Γέρος εξήγησε στο Δράμαλη, που παρακολουθούσε μόνο τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ότι ο Καλλικράτης ήταν ο πρωτομάστορας του Ικτίνου, ο οποίος εξέφραζε τα εργολαβικά συμφέροντα της εποχής και είχε αναλάβει, με απευθείας ανάθεση, τα έργα της Ακρόπολης, κατά τη διάρκεια του Χρυσού Αιώνα.Ο Δράμαλης απόρησε.
- Δεν καταλαβαίνω γιατί με πας προ Χριστού και ξέρεις ότι δεν τον γουστάρω, γιατί έχει απαγορεύσει τα ουρί στον Παράδεισο. Πάλι καλά που επιτρέπει το πιλάφι. Τι δουλειά έχει ο Καλλικράτης με το δικό σου το άγαλμα;
- Έχει και παραέχει. Άκου να μαθαίνεις. Ο Καλλικράτης είναι το όνομα της διοικητικής μεταρρύθμισης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η κατάργηση των Νομαρχιών. Κι όπως ξέρεις ο Λεωνίδας, ο Νομάρχης, ήταν αυτός που θα έβαζε τα φράγκα για το άγαλμα.
-Δε σημαίνει ότι επειδή έφυγε ο Λεωνίδας, τελείωσαν όλα.
-Αυτό το λες, γιατί δεν ξέρεις τι είπε η Κισκήρα στο Ντούρο.
-Ποιοι είναι πάλι αυτοί;
- Ο Ντούρος είναι ο νέος Δήμαρχος Αχαρνών και η Κισκήρα η νέα Αντιπεριφερειάρχης, που διαδέχθηκε το Λεωνίδα.
- Λοιπόν;
- Λοιπόν στην κοπή της πίτας ο Ντούρος δήλωσε ότι η Κισκήρα του είπε πως η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή.
- Και δεν έγινε της Πόπης;
-Της Πόπης έγινε, διότι εκεί κόβανε την πίτα. Όμως δεν βγήκε άκρη και με έχουν ζώσει τα φίδια. Γι αυτό με βλέπεις έτσι.
Ο Δράμαλης κατάλαβε ότι ο Γέρος δεν θα ξεμπέρδευε εύκολα, γιατί οι έλληνες, μπορεί να ψήφισαν τον Καλλικράτη, αλλά δεν θέλουν να αποχωρισθούν το διοικητικό σύστημα της Τουρκοκρατίας, δηλαδή την καλή εκείνη εποχή που δίκαζε ο καδής, διοικούσε ο πασάς κι ευλογούσε ο χότζας. Όμως έπρεπε, πάση θυσία, να τον ηρεμήσει, γιατί μπορεί να ήταν ατίθασος και καβγατζής, αλλά είχε χρυσή καρδιά και τον συμπαθούσε, παρόλο, που, την εποχή που ήταν κι οι δύο μάχιμοι, του είχε κλείσει το σπίτι.
Τον πήρε με το καλό μπας και ξεχαστεί. «Θοδωράκη μην απογοητεύεσαι. Ευτυχώς που σε ευνοεί η συγκυρία και κάνει εκείνη την εκπομπή για το 21 ο Θάνος Βερέμης στο ΣΚΑΪ. Αποκλείεται να μη σε θυμηθούν. Θα ξυπνήσει μέσα τους ο πατριωτισμός, που βρίσκεται σε λήθαργο και θα επιταχύνουν τις διαδικασίες. Κι άλλωστε στην ηλικία μας δεν πρέπει να χολοσκάς. Βλέπεις εμένα να ενοχλούμαι που δε μου φτιάχνουν άγαλμα στην Τουρκία, παρόλο που στον Κεμάλ Πασά έχουν φτιάξει χιλιάδες;». Ο Γέρος δεν άντεξε. «Εσένα δε σου φτιάχνουν γιατί είσαι ηττημένος. Εγώ δικαιούμαι, γιατί ήμουν ο νικητής», ούρλιαξε πνιγμένος από θυμό, παρόλο που ήξερε ότι θα πλήγωνε το φίλο του.
Εκείνος δεν έδειξε να αντιδρά. Απεναντίας είχε έτοιμη την απάντηση. «Κι εσύ νικημένος είσαι Γέρο, είπε κοιτώντας τον στα μάτια. Γιατί είναι ήττα να θυσιάζεις τη ζωή σου για να ελευθερώσεις αυτούς τους αχάριστους και ανεπρόκοπους, που ούτε ένα άγαλμα δε μπορούν να στήσουν», του είπε αφήνοντάς τον σκεφτικό και περίλυπο. Γιατί, κατά βάθος ήξερε ότι ο Τούρκος είχε ένα βουνό δίκιο.






0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου