Στις 23 Γενάρη, ένα έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας, το περιοδικό ΒΗΜΑgazino, που μοιράζεται μαζί με την εφημερίδα ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, δημοσίευσε το παρακάτω ρεπορτάζ, που αποτέλεσε την αφορμή για μια μεγάλη(αλλά εκτός θέματος συζήτηση), για τους τσιγγάνους των Αχαρνών. Πρόκειται για την ρομαντική εκδοχή του προβλήματος, η οποία απέχει παρασάγγες από τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν, καθημερινά, οι κάτοικοι των τσιγγανόπληκτων περιοχών. Και φυσικά η οπτική γωνία του ρεπορτάζ, βρίσκεται, όπως γίνεται πάντα, από την πλευρά των τσιγγάνων. Απολαύστε το ρεπορτάζ της έγκριτης εφημερίδας. Διαβάστε όμως, αν δεν βαρεθείτε αφόρητα, τι είχε γράψει, σχολιάζοντας το τροχαίο στην οδό Κύπρου, ένας ...αδαής δημοσιογράφος του Τοπικού Τύπου, στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ. Θα διαπιστώσετε ότι, παρόλο που βιώνει καθημερινά όλες τις πτυχές του προβλήματος, βρίσκεται πολύ πίσω από τον προβεβλημένο και καταξιωμένο συνάδελφο του ΒΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ...
ΙΔΟΥ ΤΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΗΣ ΕΓΚΡΙΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ
"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"
Υπάρχει ένα μέρος στο οποίο κανείς δεν μιλάει για την κρίση. Μόλις 11 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, στον Δήμο Αχαρνών, το παλιό Μενίδι, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο ενός κοριτσιού από τη μηχανή αστυνομικού, η ζωή κυλά κανονικά. Για τα δικά τους δεδομένα. Χωρίς άγχος για καριέρα, με πολλά παράπονα, καταγγελίες για γκετοποίηση, αδιαφορία και διακρίσεις, και με τα σπίτια ανοιχτά σε κάθε επισκέπτη. Τα μόνα που είναι κλειστά είναι τα σχολεία. Η οδός Πόθου δεν είναι τόσο ελκυστική όσο το όνομά της. Στην οδό Μανταρινιάς και στην οδό Πορτοκαλιάς δεν υπάρχει τόσο πράσινο όσο υπαινίσσονται οι πινακίδες. Μια παρέα από ηλικιωμένες γυναίκες με μαντίλια στα μαλλιά κάθονται και συζητούν στην οδό Εφηβείας. Στην οδό Υπάρξεως τίποτε το μυστικιστικό δεν κρύβεται στα λασπωμένα πεζοδρόμια. Υπάρχει και το υπέροχο όνομα της οδού Λήθης. Βρίσκεται στον Δήμο Αχαρνών, το παλιό Μενίδι. Η οδός Λήθης ξεκινά ακριβώς 3 χιλιόμετρα και 450 μέτρα από την οδό με το πολύ λιγότερο εντυπωσιακό όνομα αλλά πολύ πιο φορτισμένη ιστορία: την οδό Κύπρου. Εκεί όπου το μεσημέρι της Τετάρτης 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων, μια ιστορία εμφανίστηκε για λίγο στην επικαιρότητα. Απασχόλησε τον καθένα για τους δικούς του λόγους για ένα μικρό διάστημα, ελάχιστα προτού περάσει στην αληθινή λήθη των χιλιάδων λυπητερών ιστοριών της ζωής. Η είδηση ήταν πως η Ερρικα, που θα βαφτιζόταν Αφροδίτη του χρόνου, μια μελαψή κοπέλα κοντά στα επτά της χρόνια, περνούσε τον δρόμο με τον χαλαρό τρόπο με τον οποίο οι περισσότεροι περνούν τον δρόμο εδώ, σαν να μην υπάρχει κανένα άγχος για τίποτε. Ενας αστυνομικός της ομάδας ΔΙΑΣ, οδηγώντας όπως οι περισσότεροι οδηγούν τις μηχανές τους, σαν να υπάρχει άγχος για τα πάντα, την παρέσυρε και τη σκότωσε. Κάποιοι στενοχωρήθηκαν, κάποιοι εξοργίστηκαν με τον αστυνομικό, ορισμένοι κάτοικοι και συγγενείς αντέδρασαν βίαια, οι γνωστοί ηλεκτρονικοί ακτιβιστές έγραψαν οργισμένα posts και tweets. Και μετά ήρθε η λήθη. Η συνέχεια της ζωής. Αρκετά τριαντάφυλλα είναι αφημένα στο σημείο που έπεσε το τρίγωνό της, την ώρα που πήγαινε να πει τα κάλαντα. Ισως γι' αυτό ήταν εξιταρισμένη και απρόσεκτη. Η Ερρικα ανήκε σε οικογένεια Τσιγγάνων, δηλαδή ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της περιοχής, που κατοικείται κυρίως από επαναπατρισμένους Πόντιους. Αλλά το 15% του Δήμου Αχαρνών αποτελείται από Τσιγγάνους. Ή, πιο πολιτικώς ορθά, Αθίγγανους, δηλαδή ανέγγιχτους, σύμφωνα με την ινδουιστική κάστα από την οποία προέρχονται. Ή πιο κοσμοπολίτικα Ρομά. Ή πιο υποτιμητικά, λαϊκά και συνηθισμένα γύφτους. Τα ονόματα διαφέρουν, όπως και οι φυλές. Κάποιοι είναι από τη Ρουμανία. Κάποιοι από τη Μακεδονία. Κάποιοι άλλοι αποκαλούνται - από τις άλλες φυλές - Τούρκοι. Υπάρχουν αμέτρητες φυλές, όλες τους διχασμένες και τουλάχιστον επιφυλακτικές μεταξύ τους. Συνολικά στο ελληνικό έδαφος είναι διασκορπισμένοι γύρω στους 220.000 Ρομά. Η ιστορία είναι κοινή και παγκόσμια. Νομάδες, με μικρές δυνατότητες (ίσως και επιθυμίες) ένταξης στο κοινωνικό σύνολο. Απειρες παράνομες διώξεις, όπως μια μαζική που συνέβη στην Πάτρα το 2006, μια καταδίκη στην Ελλάδα το 2008 από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, παλιές κόντρες οικογενειών με αστυνομικούς, όπως αυτή που έγινε πριν από δέκα χρόνια, με τη δολοφονία του 21χρονου Μαρίνου Χριστόπουλου από εκπυρσοκρότηση όπλου, πάλι στο Μενίδι, το πρόσφατο γαλλικό κυνηγητό του Σαρκοζί στους Ρομά και μυστήριο, αμέτρητα ανέκδοτα περιστατικά, στερεότυπα και προκατάληψη. Μεγάλη προκατάληψη. Τα στερεότυπα, τα κλισέ υπάρχουν στο Μενίδι. Οπως στις ταινίες εποχής, όταν ένα αυτοκίνητο, μια «κούρσα», εμφανιζόταν στους σκονισμένους δρόμους μιας υποβαθμισμένης γειτονιάς και τα παιδιά έτρεχαν πίσω του πανηγυρίζοντας, κάποιες ημέρες του Ιανουαρίου του 2010, μια φωτογραφική μηχανή μπορεί να προκαλέσει αντίστοιχο ενθουσιασμό. Να αναγκάσει παιδιά που βγαίνουν από μια αλάνα με τέσσερα δοκάρια στον ρόλο του γηπέδου ποδοσφαίρου να ζητούν να φωτογραφηθούν, όπως και παιδιά που φοράνε παντόφλες δέκα νούμερα μεγαλύτερες από το πόδι τους, παιδιά που δεν κρυώνουν, παιδιά που κυκλοφορούν στους δρόμους του Δήμου Αχαρνών, χαμογελαστά, σχετικά ανέμελα, εμποτισμένα από τη γνώση της πιάτσας, παιδιά λίγο προτού παντρευτούν. Και ας είναι 10 χρόνων. Τα παιδιά συχνάζουν έξω από το 10ο Γυμνάσιο - Λύκειο Αυλίζας, ένα όμορφο, σύγχρονο κτίριο. Απέξω. Γιατί γύρω από κάτι πεταμένες πολυθρόνες, κάποια αγριόχορτα και αρκετά λυγισμένα σύρματα, η αιτία όλης αυτής της ιστορίας, η έλλειψη παιδείας, εικονοποιείται. Δεν είναι μόνο εγκατάλειψη αυτή που επικρατεί στο 10ο Γυμνάσιο - Λύκειο, που εγκαινιάστηκε πριν από δύο χρόνια και δεν λειτούργησε ποτέ. Είναι ρήμαγμα, λεηλασία. Είναι όλα τα τζάμια του σπασμένα, τα αλουμινένια κουφώματα και τα σίδερα αποκολλημένα και πουλημένα για κάποια ευρώ το κιλό, είναι οι σπασμένες καρέκλες, οι ανέγγιχτοι παρθένοι πίνακες και μια τοιχογραφία να στέκει ειρωνικά με δύο χαμογελαστά λευκά παιδιά δίπλα στη θάλασσα. Το σχολείο δεν άνοιξε ποτέ. Κανείς δεν ξέρει γιατί. Κάποιοι λένε πως δεν έστελναν τα παιδιά τους σχολείο οι Ρομά. Κάποιοι άλλοι καταγγέλλουν τον δήμο και το υπουργείο. Ορισμένοι, οι πιο πληροφορημένοι, λένε πως του χρόνου το σχολείο θα γίνει ένα υπερσύγχρονο αστυνομικό τμήμα. Οταν κλείνει ένα σχολείο ανοίγει μια φυλακή, απλώς σε νεοελληνική εκδοχή. Ο Δημήτρης δεν είναι τυπικός Ρομά. Το σπίτι του είναι καλοσυντηρημένο, όχι αρχοντικό, αλλά νοικοκυρεμένο. Και φυσικά φορτωμένο με κάθε λογής αντίκες. Η δουλειά του είναι αυτή, αντίκες, δηλαδή μακρινά ταξίδια στη Λυών της Γαλλίας, στον παράδεισο της αντίκας, επιστροφή στην Αθήνα και παζάρι στην πλατεία Αβησσυνίας. Στο σπίτι επικρατεί η συνηθισμένη σε κάθε τσιγγάνικο σπίτι πολυκοσμία. Οι γιοι του, οι κόρες τους, οι νύφες του, τα εγγόνια του, όλοι μέσα στο σπίτι και η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή. Η κουβέντα πάει στην παιδεία: Η δεκάχρονη κόρη του σκέφτεται να σταματήσει το σχολείο. Ο ίδιος μάλλον συμφωνεί: «Είναι λίγο μάταιο να πηγαίνει. Αρνούνται να βάλουν τα παιδιά μας με ελληνόπουλα. Φοβούνται μήπως τους καταστρέψουμε, γίνεται μια γκετοποίηση, ένα σχολείο που υπολειτουργεί, μόνο για τα παιδιά των Τσιγγάνων, και τα περισσότερα δεν πάνε καν στο Γυμνάσιο». Ακολουθούν καταγγελίες για τον δήμο, που αρνείται να βάλει ένα φανάρι για να διασχίζουν τα παιδιά την οδό Παναγιάς Γρηγορούσης και σύντομα η κουβέντα στρέφεται σε μια συμμαθήτρια της κόρης του: Δεν πηγαίνει πια σχολείο, έχει ήδη λογοδοθεί. Η ιστορία ακούγεται απίστευτη, είναι όμως μια πραγματικότητα: Σε ένα γλέντι, δύο οικογένειες της ίδια φυλής περνούσαν ωραία. Το αλκοόλ έρρεε, το ένα έφερε το άλλο και δύο 10χρονα παιδιά, το αρσενικό της μιας οικογένειας και το θηλυκό της άλλης, λογοδόθηκαν. Πλέον, το κορίτσι μένει με τα πεθερικά της. «Μα είναι πράγματα αυτά; Ακόμη παίζει με τις κούκλες, πώς είναι δυνατόν να βοηθάει τη νέα της οικογένεια; Ούτε να πλύνει ούτε να καθαρίσει μπορεί» ενίσταται - για τους εντελώς λάθος λόγους - ο Δημήτρης, που έχει υποστεί «κλέψιμο» μιας κόρης του. Τη ζήτησε ένας, αλλά από άλλη φυλή, δεν τον ήθελε, αυτός την πήρε, έκαναν έρωτα και έπειτα δεν μπορούσε παρά να συναινέσει με βαριά καρδιά για τον γάμο. «Διαφορετικά, το είχε καταστρέψει το κορίτσι»... Οι νόμοι είναι άγραφοι, αλλά αυστηροί όσο τίποτε άλλο στον μικρόκοσμο των καταυλισμών. Στην κουλτούρα των Ρομά η καταστροφή είναι η έλλειψη τιμής. Και η έλλειψη τιμής είναι μια κοπέλα που δεν είναι πια παρθένα. Κάπως έτσι εξηγείται πως η Μαρία είναι 33 χρόνων και είναι ήδη γιαγιά. Κάπως έτσι εξηγείται πως ο κύριος Ευθύμης, μάστορας καρεκλών που δηλώνει περήφανος «Ρουμανόβλαχος», είναι 74 χρόνων και έχει: «Πέντε κόρες, έναν γιο, 28 εγγόνια, 57 δισέγγονα και κάνα δυο τρισέγγονα». Κάπως έτσι εξηγούνται οι μαζικές επισκέψεις σε νοσοκομεία, δικαστήρια και λοιπά κοινωφελή ιδρύματα: Οταν ένα μέλος της οικογένειας είναι σε κίνδυνο, κάθε οικογένεια σπεύδει να βοηθήσει. Απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμπαράσταση έχει διψήφιο - ίσως και τριψήφιο - αριθμό. Ο καθένας τα βλέπει από τη δική του σκοπιά. Ο Χρήστος Σιόμπης έχει τελειώσει τη Β΄ Γυμνασίου. Κρατάει το Ευαγγέλιο, περπατάει σε έναν λασπωμένο κεντρικό δρόμο του Μενιδίου και πηγαίνει στην εκκλησία των Ευαγγελιστών, μια αρκετά δραστήρια κοινότητα από τις διαφορετικές θρησκείες της κάθε φυλής των Ρομά. «Δεν έχω τελειώσει το σχολείο και με θεωρούν επιστήμονα. Ολα ξεκινούν από την έλλειψη παιδείας, ακόμη και το ατύχημα με το κορίτσι γι' αυτό έγινε. Γιατί κανείς δεν της είχε πει πώς να περνάει τον δρόμο. Η πολιτεία φταίει σε ένα πράγμα: Στην γκετοποίηση και στην έλλειψη συντονισμένης προσπάθειας. Και οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι αρνούμαστε την ένταξη, αλλά αν έπειθες με κάποιον τρόπο τη νέα γενιά να σπουδάσει, όλα θα άλλαζαν. Και όλα αυτά τα περίεργα που ξέρετε δεν θα γίνονταν». Τα περίεργα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Το Μενίδι, το Ζεφύρι και οι γύρω περιοχές είναι κοινό μυστικό πως είναι ένα από τα κέντρα εμπορίας ναρκωτικών της Αττικής. Δεν είναι όλοι μπλεγμένοι σε αυτό, δεν είναι όλοι σύμφωνοι. Απλώς, παρακολουθώντας τους εθισμένους στην ηρωίνη να ανεβαίνουν στο Μενίδι με τα λεωφορεία Α10 και Β10, κοιτάζοντας ορισμένα πολυτελή σπίτια, που συνορεύουν με καταυλισμούς, βλέποντας BMW με φυμέ τζάμια και στερεοφωνικό με ήχο πιο δυνατό απ' ό,τι επιτρέπει η φυσιολογική ακουστική, ψιθυρίζουν ιστορίες για ένα ελικόπτερο που πριν από λίγο προσγειώθηκε (με άδεια από τον δήμο) για να φέρει τον γαμπρό σε έναν γάμο ενός «δραστήριου επιχειρηματία» του δήμου και άλλες για τη φημολογούμενη βοήθεια κάποιων εμπόρων προς στην Αστυνομία για την καταστολή εξεγέρσεων, όπως την πρόσφατη που ακολούθησε τον θάνατο της μικρής Ερρικας. Στην πίσω αυλή της Αθήνας, μόλις 11 χιλιόμετρα από το κέντρο της, κανείς δεν μιλάει για την κρίση. Η οικονομία με την έννοια της καριέρας, της καθημερινής δουλειάς, του συστήματος δεν ενδιαφέρει σχεδόν κανέναν. Καθένας έχει την καταγγελία του. Κάποιες είναι σωστές, κάποιες εντάσσονται στο πλαίσιο «πού είναι το κράτος;». Οι ηλικιωμένες γυναίκες της οδού Εφηβείας, εκεί όπου η μία κάνει βεντούζες στην άλλη, μιλάνε για το μίσος ανάμεσα στις διαφορετικές φυλές. Οι κάτοικοι του «Κολωνακίου», μιας περιοχής με μάλλον ειρωνικό προς την πραγματικότητα όνομα, δυτικά του Μενιδίου, διαμαρτύρονται για το ποτάμι που περνάει δίπλα στα σπίτια τους, δεν πρόκειται να καθαριστεί ποτέ από τους Atenistas και όποτε βρέχει μπαίνει στα σπίτια τους και ενίοτε παρασύρει τα παιδιά τους. Κάποιοι άλλοι ζητούν δουλειά, καθισμένοι σε ένα γεμάτο με συγγενείς σαλόνι, φωτισμένο με κλεμμένο από την κολόνα της ΔΕΗ ρεύμα. Ορισμένοι άλλοι απλώς ζητούν τρόφιμα. «Κανείς δεν θα πεθάνει της πείνας» λέει ο Κωνσταντίνος, που δηλώνει περήφανος Ρομά, ενταγμένος στο κοινωνικό σύνολο. «Ολοι έχουμε τον τρόπο μας». Ολα είναι κύκλος. Και όλα εξαρτώνται από την έλλειψη παιδείας. Την ώρα που καταρρέει το σύμπαν, κανείς δεν θα δώσει πραγματική σημασία στους ούτως ή άλλως αυτάρκεις και περιθωριακούς με τον περίεργο τρόπο τους Ρομά. Κάποιοι θα προσπαθήσουν να ενταχθούν, κάποιοι άλλοι θα παρασιτούν, ορισμένοι απλώς θα γκρινιάζουν, άλλοι θα λερώνουν τα χέρια τους και η οδός Λήθης θα παραμείνει ένα υπέροχα ποιητικό τοπωνύμιο για μια εκνευριστικά ωμή αλήθεια. Τελικά, όλα καλύπτονται από αυτήν, ακόμη και αν στις αρχές του 2011 ένα επτάχρονο κορίτσι πεθάνει σε έναν λασπωμένο δρόμο με το τρίγωνο για τα κάλαντα στα χέρια, ένα απόγευμα, κάπου στο Μενίδι.
IΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ «ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΑΣΑΤΟΥ» ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΤΟΠΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ. ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ...
Όταν η Πολιτεία κάνει τα στραβά μάτια στις τσιγγανοκρατούμενες συνοικίες...
ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ολοένα και πιο συχνά οι τσιγγάνοι βγαίνουν στους δρόμους. Στο Ζεφύρι είναι καθημερινό φαινόμενο από χρόνια. Μάλιστα τα απογεύματα διακόπτεται η αστική συγκοινωνία, επειδή οι εργαζόμενοι στην ΕΘΕΛ (και πολύ σωστά κάνουν), δεν διακινδυνεύουν τη ζωή τους, επειδή οι τσιγγάνοι έχουν, επανειλημμένα βιαιοπραγήσει σε βάρος τους και σε βάρος του επιβατικού κοινού.
Στα Άνω Λιόσια τα μπλόκα στήθηκαν το 2008, στο «Δεκέμβρη του Αλέξη», από Ζεφυριώτες, ως επί το πλείστον, τσιγγάνους. Έκτοτε η κατάσταση είναι υπό έλεγχο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό.
Στο Μενίδι τέτοιες συμπεριφορές δεν είχαν παρατηρηθεί. Όλα όμως δείχνουν ότι, όπως συνέβη και στο Ζεφύρι, μια ομάδα νεαρών τσιγγάνων άρχισε την επαναστατική γυμναστική, την οποία λόγω της γνωστής ατιμωρησίας, θα επαναλάβει, με την πρώτη ευκαιρία.
Φυσικά τα μπλόκα και οι βιαιοπραγίες δεν είναι τα μοναδικά δείγματα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς των τσιγγάνων. Σε καθημερινή βάση, οι τσιγγάνοι διοργανώνουν αυτοσχέδιους αγώνες αυτοκινήτων, η αγώνες επιδεξιότητας. Οι πυροβολισμοί αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα των ολονύκτιων γλεντιών με τη μουσική στη διαπασών και οι υγιεινομικές παραβάσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.Το κερασάκι στην τούρτα συμπληρώνουν οι κλοπές, οι απάτες, η επαιτεία και γενικά κάθε μορφή παραβατικότητας που παραπέμπει στον εύκολο πλουτισμό.
Όλα αυτά δε γίνονται εν κρυπτώ, αλλά στο φως της μέρας. Μάλιστα το διαδίκτυο βρίθει από βιντεοταινίες με τα κατορθώματα των τσιγγάνων. Αγώνες ντριφτ στο γήπεδο του Ζεφυρίου, αγώνες με σμαρτάκια στα Άνω Λιόσια και στην Αυλίζα. Υπάρχουν ακόμα βιντεάκια τσιγγάνων που όχι μόνο οπλοφορούν, αλλά κάνουν, δημοσίως, χρήση όπλων.
Όλα αυτά συνιστούν βαριές περιπτώσεις παραβατικότητας. Όμως η βαρύτερη όλων και πιο απαράδεκτη, κοινωνικά, είναι η διακίνηση ναρκωτικών. Κι είναι αλήθεια ότι, πλέον, οι τσιγγάνοι ελέγχουν ένα μεγάλο μερίδιο της αγοράς των ναρκωτικών. Τόσο μεγάλο που να μπορεί κανείς να υποστηρίξει βάσιμα, ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των τσιγγάνων που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή βιοπορίζεται από το εμπόριο ναρκωτικών.
Το εμπόριο των ναρκωτικών και δευτερευόντως των όπλων, απειλεί να αλλάξει τα κοινωνικά δεδομένα. Ολοένα και λιγότεροι τσιγγάνοι ασχολούνται με το πλανόδιο εμπόριο ή τις γεωργικές εργασίες. Έχουν επίσης εξαφανισθεί τα παραδοσιακά τσιγγάνικα επαγγέλματα του καρεκλά, του σιδερά και του πεταλωτή. Ελάχιστοι επίσης τσιγγάνοι ασχολούνται πλέον με την παραδοσιακή μουσική. Έτσι κινδυνεύουν να χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, αν δεν την έχουν ήδη χάσει.
Το ιδανικό στην τσιγγάνικη κοινωνία είναι το κυνήγι του εύκολου κέρδους που εξασφαλίζει η διακίνηση των ναρκωτικών.Τα κοινωνικά πρότυπα των νεαρών τσιγγάνων είναι οι κοσμικοί και οι τηλεπερσόνες. Η εικόνα του γραφικού τσιγγάνου με την καμιονέτα αποτελεί παρελθόν. Τώρα στις γειτονιές των τσιγγάνων κυκλοφορούν πολυτελή κάμπριο, τζιπάρες και καγιέν.
Για να μειώσουν τους .επαγγελματικούς κινδύνους, οι τσιγγάνοι χρησιμοποιούν τα ίδια τους τα παιδιά. Έτσι είναι κανόνας να πουλάνε τις ουσίες στους χρήστες ανήλικα παιδιά, υπό τη διακριτική επίβλεψη των γονιών τους, στους οποίους φυσικά, καταλήγουν οι εισπράξεις.
Για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων οι τσιγγάνοι μετέρχονται κι άλλα τεχνάσματα. Αποκόπτουν διάφορες περιοχές και τις μετατρέπουν σε γκέτο, ώστε να αποφεύγουν τους ανεπιθύμητους και να προσφέρουν καλή δικαιολογία στις διωκτικές αρχές, οι οποίες το μόνο που κάνουν είναι να επικαλούνται αδυναμίες και προβλήματα που τους εμποδίζουν να στείλουν τους έμπορους του θανάτου στο δικαστήριο.
Να αναφέρουμε, παρεμπιπτόντως, την πιο αγαπημένη δικαιολογία των διωκτικών αρχών. «Τους συλλαμβάνουμε και ο εισαγγελέας τους χαρακτηρίζει χρήστες και τους αφήνει ελεύθερους», λένε στους δημοσιογράφους και στους εκπροσώπους των μαζικών φορέων.
Το πως οι τσιγγάνοι αποκόπτουν συνοικίες ολόκληρες από τον έξω κόσμο και τις μετατρέπουν σε γκέτο είναι γνωστό. Καταστρέφουν τους δρόμους και τους κάνουν απροσπέλαστους, χρησιμοποιούν βία σε όποιον είναι ανεπιθύμητος ή ύποπτος. Κάνουν πόλεμο νεύρων στους γείτονές τους και τους αναγκάζουν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, πουλώντας τα στους ίδιους έναντι πινακίου φακής.
Πρόσφατα οι τσιγγάνοι δεν αρκούνται να μετατρέπουν σε γκέτο μεμονωμένες συνοικίες. Επεκτείνουν τις γκρίζες ζώνες, χρησιμοποιώντας το όπλο της ασυδοσίας που τους προσφέρει απλόχερα η Πολιτεία. Όπου ο πληθυσμιακός συσχετισμός δεν τους ευνοεί, χρησιμοποιούν τα μπλόκα, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν το νόμο της ζούγκλας.
Απέναντι σε αυτή την τακτική, το κράτος μένει αδιάφορο. Δέσμιο της πελατειακής του λογικής αποφεύγει να δυσαρεστήσει τους τσιγγανοπατέρες που διαθέτουν μαύρο χρήμα και πολιτική επιρροή. Τα προγράμματα κοινωνικής ένταξης των τσιγγάνων είναι ελάχιστα και τα καρπώνονται οι τσιγγανοπατέρες, οι οποίοι έχουν πληροφόρηση και πρόσβαση στην εξουσία. Πίσω από αυτούς κρύβονται συνήθως και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, που χρησιμοποιούν τους τσιγγάνους για να λυμαίνονται τα κρατικά ή κοινοτικά προγράμματα πρόνοιας και κοινωνικής ένταξης.
Έτσι, χωρίς την αναγκαία πολιτική βούληση, η κοινωνική ένταξη των τσιγγάνων έχει αφεθεί στον μέλλοντα χρόνο. Στην πραγματικότητα η απομονωμένη και κλειστή τσιγγάνικη κοινωνία δεν έχει καμιά διάθεση για ανοίγματα, πολύ περισσότερο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, έχει στηρίξει τον βιοπορισμό της στην ύπαρξη του γκέτο.
Η τακτική της τοπικής αυτοδιοίκησης δε διαφέρει πολύ. Οι υποψήφιοι Δήμαρχοι θέλουν τις ψήφους, αλλά όχι τους τσιγγάνους στους συνδυασμούς τους. Φυσικά υπάρχουν συνειδητοποιημένοι τσιγγάνοι που δηλώνουν περήφανοι για την καταγωγή τους και αγωνίζονται να προβάλουν υγιή πρότυπα στην κοινωνία των ROMA. Πολλοί από αυτούς έχουν σπουδάσει και ζητούν να κάνουν το ίδιο και τα παιδιά των τσιγγάνων. Όμως αυτά που υποστηρίζουν δεν έχουν απήχηση στους ομόφυλούς τους. Αναπόφευκτα η εκλογική τους επιρροή είναι μικρή, με αποτέλεσμα να μην παίρνουν το ρίσκο να τους βάλουν στους συνδυασμούς οι υποψήφιοι Δήμαρχοι, αφού ο λόγος του κόστους προς το όφελος, δηλαδή ο δείκτης πολιτικής ωφελιμότητας είναι πολύ μικρός.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στο μεγάλο αυτό ζήτημα, πρέπει να αφήσουν, κατά μέρος, τις ιδεοληψίες και να αντικρίσουν κατάματα την πραγματικότητα. Σαφώς και πρέπει να αντιμετωπισθούν τα κοινωνικά αίτια, που προκαλούν την αυξημένη παραβατικότητα των τσιγγάνων. Σαφώς πρέπει να υπάρξουν κοινωνικά προγράμματα που θα συμβάλλουν στην κοινωνική τους ένταξη. Όμως, ταυτόχρονα, πρέπει η Πολιτεία να αποδείξει ότι έχει την πολιτική βούληση να ελέγξει την παραβατικότητα και κυρίως το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Ότι θα σταματήσει να συνδιαλέγεται με τους τσιγγανοπατέρες που το μόνο που επιδιώκουν είναι η διαιώνιση του μεσολαβητικού τους ρόλου.
Και μη βιαστείτε να πείτε ότι η πολιτική βούληση είναι δεδομένη. Αν υπήρχε πολιτική βούληση, τα πράγματα θα είχαν αλλάξει και δεν θα χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, τα αντιρατσιστικά τσιτάτα ως πρόσχημα για να μην κάνουν τίποτα, αφήνοντας τις γειτονιές του Μενιδίου, των Άνω Λιοσίων, του Ζεφυρίου και του Ασπροπύργου να μετατρέπονται σε γκέτο για να κάνουν χρυσές δουλειές, ανενόχλητοι, οι τσιγγάνοι.
Είναι καιρός να σταματήσει το παιγνίδι κάποιων κυρίων, που θυσιάζουν τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία των κατοίκων που ζουν στις περιοχές που γκετοποιούνται, για να αποκομίζουν βρώμικο χρήμα μέσα από το εμπόριο των ναρκωτικών και των όπλων, στο οποίο επιδίδονται οι τσιγγάνοι.
Κλείνουμε με μια, ίσως αυθαίρετη, αλλά ενδεχομένως χρήσιμη παρατήρηση για το μέλλον. Οι διασυνδέσεις των αντιεξουσιαστών με τους τσιγγάνους προβληματίζουν, εξίσου, με τις διασυνδέσεις της αστυνομίας και με τους δύο αυτούς χώρους. Με άλλα λόγια κοινός τόπος των τσιγγάνων και των αντιεξουσιαστών είναι η αστυνομία, με την οποία και οι δύο ομάδες διατηρούν σχέσεις μίσους. Μόνο που η ζωή έχει αποδείξει ότι το μίσος είναι πολύ κοντά στον έρωτα.






0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου